Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Τα τρία δώρα του Πάσχα



Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Ware (Γουέαρ)

Το Πάσχα, η γιορτή της Ανάστασης του Σωτήρος, είναι, πάνω απ’ όλα μια γιορτή μεγάλης χαράς. Όταν ο αναστημένος Χριστός συναντά τις μυροφόρες καθώς φεύγουν από το μνήμα, το πρώτο πράγμα που τους λέει είναι η λέξη «Χαίρετε»…

Ο Ιησούς Χριστός, ο Κύριός μας, εισέρχεται μετά την Ανάσταση, κεκλεισμένων των θυρών, και εμφανίζεται, «ούσης οψίας», στους μαθητές Του. Κομίζει στους Αποστόλους τρία δώρα, και σε ανταπόδοση τους δίνει την εντολή ή τους παραγγέλλει να φέρουν εις πέρας μία αποστολή. Ποιά είναι αυτά τα τρία αναστάσιμα δώρα και ποιά η αποστολή που τα συνοδεύει;

Το πρώτο δώρο είναι το δώρο της Ειρήνης; «Ήλθεν ο Ιησούς και έστη εις το μέσον, και λέγει αυτοίς• ειρήνη υμίν» (Ιωάν. 20, 19). Η ειρήνη σημαίνει μία αίσθηση κατεύθυνσης: Όχι την απουσία πειρασμών και αγώνα -αυτά συνεχίζονται μέχρι τέλους της ζωής μας- αλλά την απουσία εκείνης της σύγχυσης, της παραζάλης και της αβεβαιότητας, που κάνουν τον άνθρωπο να παραλύει. Τέτοια ήταν η κατάσταση των μαθητών. Όταν είδαν τον Κύριό τους να πεθαίνει στο Σταυρό, απογοητεύτηκαν βαθιά και τράπηκαν σε φυγή, όπως τα πρόβατα χωρίς ποιμένα. Δεν είχαν ιδέα τι θα έπρατταν στη συνέχεια. Όμως τώρα που συνάντησαν τον αναστημένο Σωτήρα, έχουν πλέον μέσα τους ειρήνη. Έχουν μία αίσθηση προσανατολισμού και ξέρουν που πηγαίνουν.

Το δεύτερο δώρο είναι το δώρο της Χαράς: «εχάρησαν ούν οι μαθηταί ιδόντες τον Κύριον» (Ιωάν. 20, 20). Η απόγνωση που ένιωσαν οι μαθητές όταν είδαν τον Χριστό σταυρωμένο μετατράπηκε τώρα σε αγαλλίαση. Συντετριμμένοι προηγουμένως, ζαρωμένοι από το φόβο πίσω από κλειδωμένες πόρτες, μεταμορφώνονται έξαφνα από μία μεγάλη χαρά.

Το τρίτο δώρο είναι το σημαντικότερο όλων, είναι η δωρεά του Αγίου Πνεύματος: «Ενεφύσησε και λέγει αυτοίς• λάβετε Πνεύμα Άγιον» (Ιωάν. 20, 22). Προεξοφλώντας την πληρέστερη αποκάλυψη κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, ο αναστημένος Χριστός καθιστά τους Αποστόλους «πνευματοφόρους». Αυτό, από μία άποψη, μπορεί κανείς να το δεί ως το πλήρωμα του σκοπού της Ενσάρκωσης: όπως βεβαιώνουν οι Πατέρες, «ο Λόγος ενσαρκώθηκε για να μπορέσουμε εμείς να αξιωθούμε το Άγιο Πνεύμα».  Όπως λέει και ο Βλαδίμηρος Λόσκυ: «Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα μας -προσωπική και αναφαίρετη στον καθένα μας- είναι το θεμέλιο όλης της χριστιανικής ζωής».
Αυτό είναι το τριπλό δώρο της Ανάστασης του Χριστού: Ειρήνη, Χαρά και Άγιο Πνεύμα. Όμως τα δώρα υπάρχουν πάντα για να μοιράζονται με τους άλλους και να γίνονται χρήσιμα για το καλό των άλλων γι’ αυτό και το τριπλό δώρο κουβαλά μαζί του και μία πρόσκληση αποστολής. «Καθώς απέσταλκέ με ο πατήρ, καγώ πέμπω υμάς» (Ιωάν. 20, 21): η Ειρήνη, η Χαρά και η χάρις του Αγίου Πνεύματος συνεπάγονται το στάλσιμο των Αποστόλων σε μία αποστολή. Πρέπει να προεκτείνουν το έργο του Χριστού στο χρόνο και το χώρο, φέρνοντας το δικό Του μήνυμα συγχωρήσεως στους απεγνωσμένους και εξουθενωμένους. Ενδυναμώθηκαν διά του Πνεύματος για να κομίσουν μαρτυρία: «υμείς δε εστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24, 48).

Κι ωστόσο, ο Κύριος, καθώς προσφέρει τα τρία δώρα Του και εμπιστεύεται στους Αποστόλους ένα έργο, κάνει και κάτι άλλο: «Έδειξεν αυτοίς τας χείρας και την πλευράν» (Ιωάν, 20, 20). Γιατί; Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως να τους διαβεβαιώσει πως αυτός που στέκεται μπροστά τους είναι πράγματι Εκείνος ο Ίδιος, αναστημένος από τους νεκρούς με το ίδιο φυσικό σώμα που υπέφερε πάνω στο Σταυρό. Όμως υπάρχει σίγουρα κι ένας βαθύτερος λόγος. Αν ο Σωτήρας τους δείχνει τα πέντε στίγματα των πληγών του Πάθους, νωπά ακόμα στη σάρκα Του, είναι για να τους καταστήσει σαφές πως μόνο ένας τρόπος υπάρχει να εκπληρώσουν με επιτυχία την αποστολή που τους παρέδωσε. Κι αυτός ο τρόπος είναι να Τον ακολουθήσουν στο δρόμο του Σταυρού, να μοιραστούν μαζί Του την ουσιαστική αυτοπροσφορά Του, να βαστάξουν «εν τω σώματι, τα στίγματα του Κυρίου Ιησού» (Γαλ. 6, 17). «Υμείς εστε μάρτυρες τούτων» (Λουκ. 24, 48): όσο ο καθένας μας γίνεται μάρτυρας, δηλαδή συν-πάσχει και συν-μαρτυρεί μαζί με το Χριστό, όσο είμαστε εκτεθειμένοι, ανοιχτοί στο πόνο των διπλανών μας, τόσο θα μπορούμε κι εμείς να είμαστε αληθινοί απόστολοι…Ας βαστάξουμε λοιπόν στο σώμα μας τα στίγματα του σταυρωθέντα Ιησού, και στη συνέχεια, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, θα μοιραστούμε μαζί με τους άλλους την Ειρήνη και τη Χαρά του αναστημένου Χριστού!

Από το βιβλίο:Πάσχα το τερπνόν, εκδ. Ακρίτας

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ



Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του π. Χριστόδουλου Μπίθα



Την Κυ­ρια­κή πριν το Πά­σχα και α­φού έ­χει γί­νει το θαύ­μα της α­να­στά­σε­ως τού Λα­ζά­ρου κι έ­χει α­κου­στεί πο­λύ στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ, ο Ι­η­σούς Χρι­στός πα­ραγ­γέλ­νει στους μα­θη­τές Του να βρουν έ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι και μ’ αυ­τό να μπει στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα. Η κί­νη­ση δεν εί­ναι τυ­χαί­α. Έ­χει μια συμ­βο­λι­κή και μια πρα­κτι­κή ερ­μη­νεί­α. 


Η συμ­βο­λι­κή ερ­μη­νεί­α πα­ρα­πέμ­πει στον προ­φή­τη Η­σα­ΐ­α, ό­ταν ε­κεί­νος α­ναγ­γέλ­λει ό­τι κά­πο­τε με αυ­τό τον τρό­πο, ό­πως το α­κού­σα­με στο Ευ­αγ­γέ­λιο θα έρ­θει ο Μεσ­σί­ας-αυ­τός που θα σώ­σει τον Ισ­ρα­ήλ. Βε­βαί­ως, το πως θα ή­ταν ο Μεσ­σί­ας ή­ταν έ­να ζή­τη­μα αμ­φι­σβη­τού­με­νο, που ο­δή­γη­σε τε­λι­κά και στην κα­τα­δί­κη του Χρι­στού α­πό τους Ε­βραί­ους, α­φού πε­ρί­με­ναν έ­να Μεσ­σί­α κο­σμι­κό, εί­τε που θα εί­χε μια πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α, εί­τε μια ε­ξου­σί­α που θα την ε­πέ­βαλ­λε διά του ι­ε­ρα­τεί­ου, πάν­τως ό­χι αυ­τό το ο­ποί­ο ή­ταν ο Χρι­στός. 


Ο Χρι­στός μπή­κε στην πό­λη ό­χι πά­νω σ’ έ­να υ­πέ­ρο­χο ά­λο­γο ό­πως συ­νή­θως μπαί­νουν οι βα­σι­λιά­δες, οι πρίγ­κι­πες, οι πο­λε­μι­στές, αυ­τοί οι ο­ποί­οι προ­τάσ­σουν την ε­ξου­σί­α και την δύ­να­μή τους. Ο Χρι­στός μ’ αυ­τή την κί­νη­ση δη­λώ­νει ό­τι εκ­πλη­ρώ­νει την προ­φη­τεί­α και ταυ­τό­χρο­να χλευά­ζει τους ι­σχυ­ρούς της γης σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κι ο λα­ός, ε­πει­δή γνω­ρί­ζει την προ­φη­τεί­α, ε­πει­δή έ­χει α­κού­σει για την α­νά­στα­ση του Λα­ζά­ρου, το θαύ­μα των πεν­τα­κι­σχι­λί­ων κι ό­λα τα άλ­λα θαύ­μα­τα, ο λα­ός αυ­τός που τό­σο εύ­κο­λα πα­ρα­σύ­ρε­ται, ό­πως πάν­τα, ό­πως και τώ­ρα, παίρ­νει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων και αρ­χί­ζει και τα κου­νά­ει κα­θώς Ε­κεί­νος μπαί­νει στην πύ­λη πά­νω στο γα­ϊ­δου­ρά­κι. Για­τί το κά­νουν αυ­τό; 


Υ­πάρ­χει μια με­γά­λη γι­ορ­τή των Ε­βραί­ων, η γι­ορ­τή της Σκη­νο­πη­γί­ας. Σ’ αυ­τή την α­γρο­τι­κή και θρη­σκευ­τι­κή ε­ορ­τή, που­τε­λεί­ται προς ευ­χα­ρι­στί­α για την συγ­κο­μι­δή των καρ­πών και προς α­νά­μνη­ση της κα­θο­δή­γη­σης του Ισ­ρα­ήλ α­πό τον Θε­ό στην Έ­ρη­μο του Σι­νά και την δι­α­μο­νή τους σε σκη­νές ε­βγαι­ναν οι Ισ­ρα­η­λί­τες α­πό τά σπί­τια τους κι έ­με­ναν σε σκη­νές. Την τε­λευ­ταί­α μέ­ρα της ε­ορ­τής της Σκη­νο­πη­γί­ας σε πο­λύ λαμ­πρή α­τμό­σφαι­ρα ο λα­ός έ­ψελ­νε τον στί­χο στην α­να­μο­νή του Μεσ­σί­α, ο ο­ποί­ος θα ε­λευ­θέ­ρω­νε το Ισ­ρα­ήλ α­πό τους συ­νε­χείς ε­ξευ­τε­λι­σμούς και τις αιχ­μα­λω­σί­ες και τις μα­ζι­κές ε­κτε­λέ­σεις που υ­φί­στα­το α­πό τους κά­θε λο­γής κα­τα­κτη­τές. Κρα­τού­σαν τα βά­ι­α των φοι­νί­κων, ι­τι­ές και μυρ­τι­ές, και τα κου­νού­σαν στην α­να­μο­νή του Μεσ­σί­α, ε­νώ έ­ψελ­ναν τον στί­χο α­πό τον ψαλ­μό 117 του Δαυ­ίδ που λέ­ει «ευ­λο­γη­μέ­νος ο ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου». Συ­νε­πώς, ό­ταν ο Κύ­ριος μπαί­νει στην Ι­ε­ρου­σα­λήμ ο λα­ός γνω­ρί­ζει πο­λύ κα­λά αυ­τό τον ψαλ­μό, τον ψέλ­νει, κου­νά­ει τα βά­ι­α των φοι­νί­κων, ό­χι α­πλώς συμ­βο­λι­κά αλ­λά για να Του δεί­ξει ό­τι Τον α­να­γνω­ρί­ζει ως Μεσ­σί­α.


Στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή βλέ­που­με ό­λους τους πρω­τα­γω­νι­στές του θεί­ου δρά­μα­τος, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και τους δι­α­φο­ρε­τι­κούς τύ­πους του αν­θρώ­που μέ­σα στην ι­στο­ρί­α, α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή μέ­χρι και σή­με­ρα. Θα μπο­ρού­σα­με στους τύ­πους που θα πε­ρι­γρά­ψου­με εν τά­χει, να δού­με τους ε­αυ­τούς μας, την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α, αλ­λά και τις κοι­νω­νί­ες ό­λου του κό­σμου.

Ο πρώ­τος τύ­πος που πρω­τα­γω­νι­στεί στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή και σε ό­λο το ευ­αγ­γέ­λιο εί­ναι οι Φα­ρι­σαί­οι και οι Γραμ­μα­τείς. Αυ­τοί, δη­λα­δή, που έ­χουν την πο­λι­τι­κή και ταυ­τό­χρο­να την θρη­σκευ­τι­κή ε­ξου­σί­α. Δυ­στυ­χώς πολ­λές φο­ρές οι άρ­χον­τες εί­ναι σκλη­ρό­καρ­δοι, αλ­λο­τι­ο­ω­μέ­νοι α­πό την ε­ξου­σί­α και την δό­ξα. Εί­ναι α­με­τα­κί­νη­τοι στις δι­κές τους α­πό­ψεις. Εί­ναι α­πο­κομ­μέ­νοι α­π’ τις α­νάγ­κες του λα­ού. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Φα­ρι­σαί­οι θρη­σκεύ­ουν με έ­να α­πό­λυ­τα νομικό και τυπολατρικό τρό­πο. Τέ­τοι­οι τύ­ποι αν­θρώ­πων υ­πάρ­χουν πάν­τα και θα υ­πάρ­χουν και στην θρη­σκευ­τι­κή και στην πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α. Αν δυ­σκο­λευ­ό­μα­στε να βρού­με α­να­λο­γί­ες ας πά­με στο Ισ­λάμ για να βρού­με ε­κεί­νους τους σκλη­ρούς θρη­σκευ­τι­κούς άρ­χον­τες, στο Ι­ράν, στο Αφ­γα­νι­στάν κ.λπ. Αλλά δυστθχώς υπάρχουν και ανάμεσά μας.  


Στη συ­νέ­χεια έ­χου­με τον λα­ό. Τον λα­ό που εί­ναι ι­κα­νός σε ό­λες τις ε­πο­χές για το κα­λύ­τε­ρο και για το χει­ρό­τε­ρο. Εί­ναι ο λα­ός που μπο­ρεί να αν­γνω­ρί­σει και ν’ αγ­κα­λιά­σει τους ἀ­ξιους αν­θρώ­πους. Ό­μως μπο­ρεί να πα­ρα­συρ­θεί α­πό τον κά­θε λα­ϊ­κι­στή, τον κά­θε λα­ο­πλά­νο, τον κά­θε ε­πι­τή­δει­ο, τον κα­θέ­να που θα του τά­ξει ψω­μί και θαύ­μα, τον κα­θέ­να που θα του υ­πο­σχε­θεί ε­ξου­σί­α και δύ­να­μη. Ο λα­ός αυ­τός την Κυ­ρια­κή των Βα­ΐ­ων α­να­γνω­ρί­ζει τον Μεσ­σί­α. Μό­νο που α­να­γνω­ρί­ζει ε­κεί­νο τον Μεσ­σί­α που οι λα­οί θέ­λου­νε σε ό­λες τις ε­πο­χές. Κα­τη­γο­ρού­με τους Ε­βραί­ους σή­με­ρα ό­τι πε­ρι­μέ­νουν α­κό­μα αυ­τόν τον Μεσ­σί­α. Μα και οι λα­οί ό­λου του κό­σμου έ­να τέ­τοι­ο Μεσ­σί­α θα ή­θε­λαν. Κι αν δεν τον πε­ρι­μέ­νουν προ­σπα­θούν κά­θε τό­σο να τον ψη­φί­σου­νε ή τον α­πο­δέ­χον­ται ό­ταν εμ­φα­νί­ζε­ται στην μορ­φή ε­νός στυ­γνού δι­κτά­το­ρα. Που στην συ­νέ­χεια μπο­ρεί να τους αι­μα­το­κυ­λί­σει, να τους εγ­κλω­βί­σει και να τους α­πο­κοι­μί­σει.


 Ο λα­ός πε­ρι­μέ­νει τον Μεσ­σί­α που θα τον ε­λευ­θε­ρώ­σει κι έ­τσι την Κυ­ρια­κή ζη­τω­κραυ­γά­ζει και ε­πα­να­λαμ­βά­νει τους ψαλ­μι­κούς στί­χους. Ο ί­διος λα­ός, το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος του, με­τά α­πό 3-4 μέ­ρες θα ζη­τά­ει να ε­λευ­θε­ρώ­σουν έ­να λη­στή για­τί αι­σθά­νε­ται για μια α­κό­μη φο­ρά α­πο­γο­η­τευ­μέ­νος. Πού εί­ναι αυ­τός που θα δώ­σει δύ­να­μη και ε­ξου­σί­α; 


Τα άλ­λα πρό­σω­πα που πρω­τα­γω­νι­στούν στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή εί­ναι οι μα­θη­τές. Οι μα­θη­τές έ­χουν μια α­να­ζή­τη­ση. Δεν δι­στά­ζουν να α­πο­κο­πούν α­πό το κύ­ριο σώ­μα των άλ­λων θρη­σκευ­ο­μέ­νων. Δεν δι­στά­ζουν να γί­νουν και δα­κτυ­λο­δει­κτού­με­νοι α­πό την κοι­νω­νί­α τους. Πα­ρά­τη­σαν τις δου­λει­ές τους, τις οι­κο­γέ­νει­ές τους για να α­κο­λου­θή­σουν τον ξε­χω­ρι­στό δι­δά­σκα­λο. Δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ποι­ος εί­ναι. Ο­μο­λο­γούν ό­τι ο  Χρι­στός εί­ναι ο Μεσ­σί­ας αλ­λά ό­πως και οι άλ­λοι ό­λοι γύ­ρω τους πε­ρι­μέ­νουν τον Μεσ­σί­α που πε­ρί­με­ναν και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Ε­βραί­οι. Ε­κεί­νον που θα κη­ρύ­ξει μια πο­λι­τι­κή ε­ξου­σί­α, τον Μεσ­σί­α ε­κεί­νο ο ο­ποί­ος διά του γέ­νους του Α­α­ρών θα εγ­κα­θι­δρύ­σει μια θε­ο­κρα­τι­κή ε­ξου­σί­α. Ο Χρι­στός δεν εί­ναι ού­τε ο έ­νας ού­τε ο άλ­λος. Εκ­πλη­ρώ­νει τις προ­φη­τεί­ες αλ­λά με τον τρό­πο που θέ­λει ο Θε­ός, την εμ­φά­νι­ση του Θε­ού της α­γά­πης που θα υ­πο­δεί­ξει στους αν­θρώ­πους πως α­κρι­βώς εί­ναι ο Θε­ός και τι πρέ­πει να πε­ρι­μέ­νουν α­πό Αυ­τόν. 


Οι μα­θη­τές δεν προ­δί­δουν -ε­κτός α­πό έ­να- τον Χρι­στό. Ό­μως ε­πει­δή δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει ποι­ος εί­ναι, πα­ρό­λη την α­να­ζή­τη­σή τους, παρ΄ό­λη την δί­ψα τους την υ­παρ­ξια­κή, πα­ρό­λη την δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τά τους, παρ΄ό­τι Τον ά­κου­γαν ε­πί τρί­α χρό­νια, κλεί­νον­ται στο υ­πε­ρώ­ο για τον φό­βο των Ι­ου­δαί­ων ό­ταν ο Κύ­ριος συλ­λαμ­βά­νε­ται και με­τά σταυ­ρώ­νε­ται. Εγ­κλω­βί­ζον­ται μέ­σα στην ο­λι­γο­πι­στί­α τους. Ό­πως πολ­λές φο­ρές συμ­βαί­νει και σ’ ε­μάς, τους αν­θρώ­πους που λέ­με ό­τι εί­μα­στε χρι­στια­νοί, αλ­λά εύ­κο­λα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε, αρ­νού­μα­στε τον Χρι­στό, ο­λι­γο­ψυ­χού­με.


Υ­πάρ­χει και άλ­λο έ­να πρό­σω­πο στη ση­με­ρι­νή πε­ρι­κο­πή που α­να­δει­κνύ­ε­ται μ’ έ­να τρό­πο ξε­χω­ρι­στό αλ­λά και σκαν­δα­λώ­δη μέ­σα στην ι­στο­ρί­α. Οι πόρ­νες και οι τε­λώ­νες, λέ­ει ο Κύ­ριος, μας προ­ά­γουν στη Βα­σι­λεί­α των Ου­ρα­νών. Να λοι­πόν η Μα­ρί­α η α­δερ­φή του Λα­ζά­ρου. Μια γυ­ναί­κα η ο­ποί­α ί­σως ή­ταν πρώ­ην πόρ­νη (αν α­πο­δε­χτού­με ό­τι εί­ναι η ί­δια γυ­ναί­κα που έ­πλυ­νε τα πό­δια του Ι­η­σού στο κα­τά Λου­κάν).


Ε­κεί­νο που ξέ­ρου­με εί­ναι ό­τι η Μα­ρί­α α­γα­πού­σε τον Χρι­στό πά­ρα πο­λύ. Ό­χι μό­νο ε­πει­δή α­νά­στη­σε λί­γες μέ­ρες πριν τον α­δερ­φό της. Αλ­λά την βλέ­που­με να εί­ναι μί­α α­πό τις α­φο­σι­ω­μέ­νες μα­θή­τρι­ές Του. Ε­κεί­νη που ό­ταν έμ­παι­νε ο Χρι­στός στο σπί­τι για να συ­ζη­τή­σει με τους άλ­λους μα­θη­τές και να κη­ρύ­ξει δεν ξε­χνι­ό­τα­νε με τις δου­λει­ές ό­πως η Μάρ­θα, αλ­λά στε­κό­τα­νε δί­πλα στα πό­δια Του να α­κού­σει, να ρου­φή­ξει το κή­ρυγ­μά Του. Ε­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες, ε­κα­τομ­μύ­ρια γυ­ναί­κες μέ­σα στην ι­στο­ρί­α έ­κα­ναν το ί­διο. Και ε­ξα­κο­λου­θούν και το κά­νουν.

Η Μα­ρί­α κά­νει κά­τι εν­τε­λώς προ­κλη­τι­κό. Και εί­ναι προ­κλη­τι­κό ό­χι μί­α, αλ­λά πολ­λές φο­ρές. Κά­θε συ­νε­τή γυ­ναί­κα στην κοι­νω­νί­α του Ισ­ρα­ήλ ό­φει­λε να έ­χει τα μαλ­λιά της δε­μέ­να. Τα έ­λυ­νε μό­νο μέ­σα στο σπί­τι της, ό­ταν ή­ταν μα­κριά α­πό τα βλέμ­μα­τα των ξέ­νων, μό­νο στην οι­κο­γέ­νειά της. Η Μα­ρί­α ε­λευ­θε­ρώ­νει τα μαλ­λιά της. Τα ε­λευ­θε­ρώ­νει για να δεί­ξει ό­τι μπρο­στά σε Αυ­τόν που α­γα­πά­ει δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να σχή­μα και κα­νέ­νας τύ­πος. Ού­τως ή άλ­λως η Μα­ρί­α α­κο­λου­θού­σε Ε­κεί­νον ο ο­ποί­ος κα­ταρ­γού­σε τους τύ­πους. Παίρ­νει τα μαλ­λιά της, λοι­πόν, μα­κριά, ξέ­πλε­κα κι έ­χει φέ­ρει κι έ­να πά­ρα πο­λύ α­κρι­βό ά­ρω­μα. 


Πλέ­νει τα πό­δια του Χρι­στού για­τί μπρο­στά σ‘ ό­λα αυ­τά που συμ­βαί­νουν ε­κεί­νη θέ­λει να εκ­φρά­σει την α­γά­πη της. Η γυ­ναι­κεί­α της δι­αί­σθη­ση της λέ­ει ό­τι ό­λα αυ­τά που ο Χρι­στός το­νί­ζει εί­ναι α­λή­θεια. Πη­γαί­νει για την θυ­σί­α. Πη­γαί­νει για την σφα­γή. Κι ε­κεί­νη την ώ­ρα δεν έ­χει τί­πο­τα άλ­λο για να εκ­φρά­σει την α­γά­πη της α­πό το να λύ­σει τα μαλ­λιά της (θα μπο­ρού­σε να το κά­νει και με μί­α πε­τσέ­τα) για να Του δεί­ξει ό­τι μπρο­στά Του κα­ταρ­γεί τα πάν­τα, ξα­να­γεν­νι­έ­ται, α­να­νε­ώ­νε­ται, α­να­και­νί­ζε­ται και στη συ­νέ­χεια δί­νει τις οι­κο­νο­μί­ες της σ’ έ­να πα­νά­κρι­βο ά­ρω­μα,  που κα­νο­νι­κά μια γυ­ναί­κα θα ‘βα­ζε α­πό αυ­τό μια στα­γο­νί­τσα, ό­λο στα πό­δια Του για να δεί­ξει την α­γά­πη της. 


Ο Ι­ού­δας αν­τι­δρά. Ό­λα αυ­τά εί­ναι πα­ρά­λο­γα για την δι­κή του λο­γι­κή. Και για­τί έ­χει μια τε­τρά­γω­νη λο­γι­κή και για­τί ό­πως μας πα­ρα­δί­δει το ευ­αγ­γέ­λιο ή­ταν πα­ρα­δό­πι­στος και για­τί, αν το συν­δυ­ά­σου­με με τις άλ­λες πε­ρι­κο­πές και οι άλ­λοι μα­θη­τές την ί­δια σκέ­ψη έ­κα­ναν, αυ­τός α­πλώς βγή­κε μπρο­στά. Η Μα­ρί­α κά­νει μια πρά­ξη ύ­ψι­στης α­γά­πης. Και οι μα­θη­τές με πρώ­το τον Ι­ού­δα α­παν­τούν με μια ξε­ρή λο­γι­κή. Ε­ξάλ­λου δεν έ­χουν κα­τα­λά­βει και πολ­λά για το τι πρό­κει­ται να συμ­βεί. Ας θυ­μη­θού­με ό­τι ο Πέ­τρος (το α­κού­σα­με 2-3 Κυ­ρια­κές πριν) ό­ταν ο Χρι­στός α­νήγ­γει­λε την θυ­σί­α Του, Τον πή­ρε πα­ρά­με­ρα να Τον ε­πι­τι­μή­σει και α­νάγ­κα­σε τον Κύ­ριο να του πει «ύ­πα­γε ο­πί­σω μου σα­τα­νά».


Η Μα­ρί­α λοι­πόν, ως κεν­τρι­κό πρό­σω­πο της ση­με­ρι­νής πε­ρι­κο­πής μας δεί­χνει τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο μπο­ρεί έ­νας άν­θρω­πος να προ­σεγ­γί­σει τον Χρι­στό. Ό­χι με τον τύ­πο και το νό­μο ό­πως οι Φα­ρι­σαί­οι. Ό­χι με τους εν­θου­σια­σμούς που έρ­χον­ται και φεύ­γουν ό­πως ο ό­χλος. Ό­χι με την α­να­ζή­τη­ση η ο­ποί­α ό­μως δεν φτά­νει στην πί­στη, ό­πως οι μα­θη­τές πριν την Πεν­τη­κο­στή. Αλ­λά με τον τρό­πο της Μα­ρί­ας. Μιας γυ­ναί­κας που ε­ξευ­τε­λί­στη­κε στην ζω­ή της, μιας γυ­ναί­κας που με­τα­νό­η­σε, μιας γυ­ναί­κας που εί­χε μια πά­ρα πο­λύ με­γά­λη α­να­ζή­τη­ση, γι’ αυ­τό έ­πε­φτε στα πό­δια Του για να Τον α­κού­σει, μιας γυ­ναί­κας η ο­ποί­α δεν δί­στα­ζε ό­λα της τα χρή­μα­τα να τα δώ­σει, τα πάν­τα γι’ Αυ­τόν που α­γα­πού­σε. Αυ­τός εί­ναι και ο μο­να­δι­κός τρό­πος της προ­σέγ­γι­σης του Χρι­στού. 


Δεν ση­μαί­νει ό­τι τα άλ­λα πρό­σω­πα εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­να. «Τα α­δύ­να­τα τοις αν­θρώ­ποις δυ­να­τά πα­ρά τω Θε­ώ». Και Φα­ρι­σαί­οι με­τα­νό­η­σαν. Κι α­π’ τον ό­χλο με­τά πολ­λοί έ­γι­ναν χρι­στια­νοί και α­πο­τέ­λε­σαν την πρώ­τη εκ­κλη­σί­α των Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων. Και οι μα­θη­τές πή­ραν την χά­ρη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και δι­έ­δω­σαν το Ευ­αγ­γέ­λιο στα μή­κη και τα πλά­τη της γης. Και η Μα­ρί­α κι ό­λες οι Μα­ρί­ες του κό­σμου α­πό τό­τε μέ­χρι σή­με­ρα γί­νον­ται α­γί­ες του Θε­ού, για­τί α­φο­σι­ώ­νον­ται και δί­νουν την α­γά­πη τους στον Κύ­ριο. 


Θα ή­θε­λα πριν τε­λει­ώ­σου­με να θυ­μη­θού­με κά­τι. Πριν α­πό δυ­ο χι­λιά­δες χρό­νια και με­τά, για με­ρι­κούς αι­ώ­νες υ­πήρ­ξε έ­νας λα­ός που θε­ω­ρού­σε ό­τι δι­α­δέ­χτη­κε τον Ισ­ρα­ήλ ως πε­ρι­ού­σιος λα­ός. Ο λα­ός του Θε­ού, οι χρι­στια­νοί. Για 3 αι­ώ­νες τους δί­ω­καν αλ­λά δεν υ­πο­χω­ρού­σαν. Γί­νον­ταν μάρ­τυ­ρες για την α­γά­πη του Χρι­στού. Στην συ­νέ­χεια, ό­ταν α­να­κη­ρύ­χτη­κε μια χρι­στι­α­νι­κή βα­σι­λεί­α, μα­ζι­κά προ­σχώ­ρη­σαν κι έ­γι­ναν χρι­στια­νοί χι­λιά­δες και­νού­ρια μέ­λη. Κι αυ­τός ο λα­ός που με τό­σο εν­θου­σια­σμό α­κο­λού­θη­σε τον λό­γο του Κυ­ρί­ου, σι­γά-σι­γά μα­ρά­ζω­σε. Α­κο­λου­θών­τας η­γέ­τες πλα­νε­μέ­νους και πλα­νώ­με­νος ο ί­διος αρ­νή­θη­κε τον Χρι­στό. Στο ό­νο­μά Του έ­κα­νε σταυ­ρο­φο­ρί­ες, έ­κα­νε πο­λέ­μους, έ­κα­νε α­δελ­φο­κτό­νους πο­λέ­μους. 


Υ­πήρ­ξε κι έ­νας λα­ός που ξε­χώ­ρι­σε α­νά­με­σα στους άλ­λους λα­ούς. Οι Έλ­λη­νες. Ή πιο σω­στά οι με­τέ­χον­τες του Ελ­λη­νι­σμού, για­τί δεν ή­ταν μό­νο Έλ­λη­νες. Αλ­λά σι­γά-σι­γά κι αυ­τοί, ε­νώ ε­πί αι­ώ­νες φώ­να­ζαν «ω­σαν­νά, ευ­λο­γη­μέ­νος ο ερ­χό­με­νος εν ο­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου», πέ­τα­ξαν τα βά­για τους και στρά­φη­καν προς τον ε­αυ­τό τους. Κι ό,τι ο Χρι­στός τους έ­λε­γε να μην το κά­νουν, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό αυ­τούς το κά­νουν. Πα­ρα­μέ­νουν κα­λοί. Πα­ρα­μέ­νουν έ­νας κα­λός λα­ός με πολ­λά χα­ρί­σμα­τα, αλ­λά τα βά­για του τα ‘χει πε­τά­ξει. Θα ‘θε­λε έ­να Μεσ­σί­α κι αυ­τός για να κυ­ρι­αρ­χή­σει. Για­τί νι­ώ­θει ε­ξευ­τε­λι­σμέ­νος α­πό τις ε­θνι­κές κα­τα­στρο­φές και τις τα­πει­νώ­σεις α­π’ τους γεί­το­νες. Ό­μως τα βά­για τα ‘χει πε­τά­ξει. Και αυ­τή εί­ναι μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Την Κυ­ρια­κή των Βα­ΐ­ων ό­μως, ε­μείς, οι λε­γό­με­νοι ορ­θό­δο­ξοι χρι­στια­νοί που εκ­κλη­σι­α­ζό­μα­στε πιο συ­χνά ση­κώ­νου­με τα δι­κά μας βά­για. Α­να­γνω­ρί­ζου­με την α­δυ­να­μί­α μας και την ο­λι­γο­πι­στί­α μας. Σαν την Μα­ρί­α πο­θού­με να έρ­θει ο Χρι­στός στην ζω­ή μας ά­νευ ό­ρων. Αν­τί άλ­λων λό­γων θα ξα­να­δι­α­βά­σω μό­νο την πρώ­τη πα­ρά­γρα­φο α­πό την ε­πι­στο­λή του Α­πο­στό­λου Παύ­λου που α­κού­σα­με σή­με­ρα στα νέ­α Ελ­λη­νι­κά. Για να μην κο­ρο­ϊ­δευ­ό­μα­στε και να ξέ­ρου­με τι ζη­τά­ει ο Θε­ός α­πό ε­μάς και τι ο­φεί­λου­με να κά­νου­με. 


«Α­δερ­φοί, να χαί­ρε­στε πάν­το­τε με την χα­ρά που δί­δει η κοι­νω­νί­α με τον Κύ­ριο. Πά­λι θα πω, να χαί­ρε­στε πάν­τα. Η ε­πι­εί­κειά σας ας γί­νει γνω­στή και ας δι­δά­ξει ό­λους τους αν­θρώ­πους, πι­στούς και α­πί­στους. Ο Κύ­ριος εί­ναι κον­τά, έρ­χε­ται σύν­το­μα. Μην α­φή­νε­τε κα­θό­λου τον ε­αυ­τό σας να κα­τα­λη­φθεί α­πό μέ­ρι­μνες και άγ­χη. Αλ­λά για κά­θε πε­ρί­στα­ση τα αι­τή­μα­τά σας να τα α­πευ­θύ­νε­τε στον Θε­ό με προ­σευ­χή και δέ­η­ση, που να συ­νο­δεύ­ον­ται ΠΑΝΤΑ με ευ­χα­ρι­στί­α. Και η ει­ρή­νη που χα­ρί­ζει ο Θε­ός και εί­ναι α­σύλ­λη­πτη στο αν­θρώ­πι­νο μυα­λό θα δι­α­φυ­λά­ξει τις καρ­δι­ές και τις σκέ­ψεις σας διά του Ι­η­σού Χρι­στού».


Κα­λή Α­νά­στα­ση να έ­χου­με!

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Κεφάλαια Περί Αγάπης, Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού


Εορτάζει στις 21 Ιανουαρίου

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους Πατέρες τῆς Εκκλησίας. Ἔζησε καί μαρτύρησε τόν ζ΄ αἰ. (580-662), ἀφοῦ ἀντιτάχθηκε σθεναρά στήν αἵρεση τοῦ μονοθελητισμοῦ. Τό ἐκτεταμένο καί πολυσχιδές ἔργο του διαβάστηκε πολύ, ἀφομοιώθηκε δημιουργικά ἀπό μεταγενέστερους συγγραφεῖς καί ἄσκησε τεράστια ἐπίδραση στή διαμόρφωση τῆς θεολογικῆς σκέψης. Στίς τέσσερις ἑκατοντάδες «Κεφαλαίων περί ἀγάπης» ἀποφαίνεται ὅτι χωρίς ἀγάπη ἡ σωτηρία εἶναι προβληματική.

1. Ἡ ἀγάπη εἶναι μιά ἀγαθή διάθεση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία τήν κάνει νά μήν προτιμᾶ κανένα ἀπό τά ὄντα περισσότερο ἀπό τή γνώση τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως ἀδύνατο νά φτάσει ν᾿ ἀποκτήσει σταθερά αὐτή τήν ἀγάπη ὅποιος ἔχει κάποια ἐμπαθή κλίση σέ κάτι ἀπό τά γήινα.
2. Τήν ἀγάπη τή γεννᾶ ἡ ἀπάθεια·τήν ἀπάθεια τή γεννᾶ ἡ ἐλπίδα στόν Θεό τήν ἐλπίδα, ἡ ὑπομονή καί ἡ μακροθυμία. Αὐτές τίς γεννᾶ ἡ καθολική ἐγκράτεια· τήν ἐγκράτεια, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. τό φόβο τοῦ Θεοῦ τόν γεννᾶ ἡ πίστη.
3. Ἐκεῖνος πού πιστεύει στόν Κύριο, φοβᾶται τήν κόλαση. Κι ἐκεῖνος πού φοβᾶται τήν κόλαση, ἐγκρατεύεται ἀπό τά πάθη. Ἐκεῖνος πού ἐγκρατεύεται ἀπό τά πάθη, ὑπομένει ὅσα τόν θλίβουν. Ἐκεῖνος πού ὑπομένει ὅσα τόν θλίβουν, θά ἀποκτήσει τήν ἐλπίδα στόν Θεό. Ἡ ἐλπίδα στόν Θεό ἀπομακρύνει τό νοῦ ἀπό κάθε ἐμπαθή κλίση πρός τά γήινα. Καί ὅταν χωριστεῖ ἀπό αὐτή ὁ νοῦς, θά ἀποκτήσει τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό.
4. Ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό, πάνω ἀπό ὅλα τά κτίσματά Του προτιμᾶ τή γνώση Του κι ἀδιάλειπτα μέ πόθο τήν προσμένει.
5. Ἄν ὅλα τά ὄντα ἔγιναν ἀπό τόν Θεό καί γιά τόν Θεό, καί ὁ Θεός εἶναι καλύτερος ἀπό τά δημιουργήματά Του, ἐκεῖνος πού ἐγκαταλείπει τόν Θεό καί στρέφεται στά χειρότερα, φανερώνεται ὅτι προτιμᾶ περισσότερο τά δημιουργήματα ἀπό τόν Θεό.
6. Ἐκεῖνος πού ἔχει προσηλωμένο τό νοῦ του στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καταφρονεῖ ὅλα τά ὁρατά, καί τό σῶμα του ἀκόμη, σάν νά εἶναι ξένο.
7. Ἀφοῦ ἡ ψυχή εἶναι ἀνώτερη ἀπό τό σῶμα καί ἀσυγκρίτως ἀνώτερος ἀπό τόν κόσμο ὁ Δημιουργός Θεός,ἐκεῖνος πού προτιμᾶ τό σῶμα ἀπό τήν ψυχή καί τόν κόσμο ἀπό τόν Θεό πού τόν δημιούργησε, αὐτός δέν διαφέρει διόλου ἀπό αὐτούς πού λατρεύουν τά εἴδωλα.
8. Ἐκεῖνος πού χώρισε τό νοῦ του ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τή θεωρία, καί τόν ἔχει δεμένο σέ κάποιο ἀπό τά αἰσθητά, αὐτός εἶναι πού προτιμᾶ τό σῶμα ἀπό τήν ψυχή καί τά κτίσματα ἀπό τόν Θεό πού τά δημιούργησε.
9. Ἄν ἡ ζωή τοῦ νοῦ εἶναι ὁ φωτισμός πού δίνει ἡ πνευματική γνώση, κι αὐτόν τόν γεννᾶ ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὀρθά ἔχει λεχθεῖ πώς δέν εἶναι τίποτε πιό μεγάλο ἀπό τή θεία ἀγάπη.
10. Ὅταν μέ τόν ἔρωτα τῆς ἀγάπης ὁ νοῦς μεταβαίνει πρός τόν Θεό, τότε δέν ἔχει διόλου αἴσθηση γιά κανένα ἀπό τά κτίσματα. Καθώς καταφωτίζεται ἀπό τό θεῖο καί ἄπειρο φῶς, γίνεται ἀναίσθητος γιά ὅλα τά κτίσματα, ὅπως τά μάτια δέν βλέπουν τά ἄστρα ὅταν ἀνατέλλει ὁ ἥλιος.
11. Ὅλες οἱ ἀρετές βοηθοῦν τό νοῦ γιά νά ἀποκτήσει τόν θεῖο ἔρωτα, περισσότερο ὅμως ἀπό ὅλες ἡ καθαρή προσευχή. Γιατί μέ αὐτήν ὁ νοῦς παίρνει φτερά καί πετᾶ πρός τόν Θεό καί βγαίνει ἔξω ἀπό τά ὄντα.
12. Ὅταν ὁ νοῦς ἁρπαχθεῖ μέσω τῆς ἀγάπης ἀπό τή θεία γνώση, καί ἀφοῦ βρεθεῖ ἔξω ἀπό τά ὄντα,αἰσθάνεται τήν ἀπειρία τοῦ Θεοῦ· τότε, ὅπως συνέβη στόν Ἡσαΐα, ἀπό τήν ἔκπληξη ἔρχεται σέ συναίσθηση τῆς μηδαμινότητάς του καί λέει μέ κατάνυξη τά λόγια τοῦ προφήτη: «Ὤ ἐγώ, ὁ ἄθλιος, τί συντριβή νιώθω! Ἐγώ, ἕνας ἄνθρωπος πού ἔχω χείλη ἀκάθαρτα, καί ἀνάμεσα σέ λαό πού ἔχει χείλη ἀκάθαρτα κατοικῶ, εἶδα μέ τά μάτια μου τόν Βασιλέα, τόν Κύριο Σαβαώθ».
13. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά μήν ἀγαπήσει καί κάθε ἄνθρωπο σάν τόν ἑαυτό του, ἄν καί τόν δυσαρεστοῦν τά πάθη ἐκείνων πού δέν ἔχουν ἀκόμη καθαριστεῖ. Γι᾿ αὐτό χαίρεται μέ ἀμέτρητη καί ἀνέκφραστη χαρά γιά τή διόρθωσή τους.
14. Ἀκάθαρτη εἶναι ἡ ψυχή πού εἶναι γεμάτη ἀπό κακούς λογισμούς, ἀπό ἐπιθυμία καί μίσος.
15. Ἐκεῖνος πού βλέπει καί ἴχνος μόνο μίσους μέσα στήν καρδιά του, πρός ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο γιά ὁποιοδήποτε φταίξιμό του, εἶναι ἐντελῶς ξένος ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό. Γιατί ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό δέν ἀνέχεται διόλου τό μίσος κατά τοῦ ἀνθρώπου.
16. «Ὅποιος μέ ἀγαπᾶ -λέει ὁ Κύριος- θά τηρήσει τίς ἐντολές μου. Καί ἡ δική μου ἐντολή εἶναι νά ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο». Ἄρα λοιπόν ἐκεῖνος πού δέν ἀγαπᾶ τόν πλησίον του, δέν τηρεῖ τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖνος πού δέν τηρεῖ τήν ἐντολή, οὔτε τόν Κύριο μπορεῖ νά ἀγαπήσει.
17. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού μπορεῖ νά ἀγαπήσει τόν κάθε ἄνθρωπο στόν ἴδιο βαθμό.
18. Μακάριος ὁ ἄνθρωπος πού δέν προσηλώνεται σέ κανένα πράγμα φθαρτό ἤ πρόσκαιρο.
19. Μακάριος ὁ νοῦς πού προσπέρασε ὅλα τά ὄντα καί ἀπολαμβάνει συνεχῶς τή θεία ὡραιότητα.
20. Ἐκεῖνος πού φροντίζει τή σάρκα, πῶς νά ἱκανοποιεῖ τίς ἐπιθυμίες της, καί γιά πρόσκαιρα πράγματα ἔχει μνησικακία πρός τόν πλησίον του, αὐτός λατρεύει τήν κτίση ἀντί τοῦ Δημιουργοῦ.
21. Ἐκεῖνος πού διατηρεῖ τό σῶμα του γερό καί μακριά ἀπό ἡδονές, τό ἔχει σύνδουλό του γιά νά ὑπηρετεῖ τά πνευματικά.
22. Ὅποιος ἀποφεύγει ὅλες τίς κοσμικές ἐπιθυμίες, κάνει τόν ἑαυτό του ἀνώτερο ἀπό κάθε κοσμική ὑλικότητα.
23. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, ἀγαπᾶ δίχως ἄλλο τόν πλησίον του. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά φυλάει χρήματα· τά διαχειρίζεται κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί τά μοιράζει σ᾿ ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη.
24. Ὅποιος κάνει ἐλεημοσύνη μιμούμενος τόν Θεό, δέν κάνει διάκριση καλοῦ καί κακοῦ, δικαίου καί ἀδίκου στά ἀπαραίτητα τῆς ζωῆς, ἀλλά μοιράζει ἴδια σέ ὅλους κατά τίς ἀνάγκες τους, ἄν καί προτιμᾶ γιά τήν ἀγαθή του προαίρεση τόν ἐνάρετο ἀπό τόν κακό.
25. Ὁ Θεός, ἐκ φύσεως ἀγαθός καί ἀπαθής, ὅλους τούς ἀγαπᾶ ἐξίσου ὡς δημιουργήματά Του, ἀλλά τόν ἐνάρετο τόν δοξάζει ἐπειδή ἀποκτᾶ καί τή γνώση, ἐνῶ τόν κακό ἄνθρωπο, τόν ἐλεεῖ λόγω τῆς ἀγαθότητάς Του, καί παιδεύοντάς τον σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, τόν φέρνει σέ μετάνοια καί διόρθωση. Ἔτσι καί ὁ καλοπροαίρετος καί ἀπαθής ἄνθρωπος, ὅλους τούς ἀνθρώπους τούς ἀγαπᾶ ἐξίσου. Τόν ἐνάρετο καί γιά τήν ἀνθρώπινη φύση του, καί γιά τήν καλή του προαίρεση· τόν κακό τόν ἐλεεῖ καί σάν συνάνθρωπό του, καί ἀπό συμπάθεια, ἐπειδή ὡς ἀνόητος βαδίζει στό σκοτάδι.
26. Ἡ διάθεση τῆς ἀγάπης δέν διαπιστώνεται μόνο μέ τήν παροχή χρημάτων, ἀλλά πολύ περισσότερο μέ τή μετάδοση λόγου καί μέ τή σωματική διακονία.
27. Ἐκεῖνος πού ἀπαρνήθηκε εἰλικρινά τά κοσμικά καί ὑπηρετεῖ μέ ἀγάπη ἀπροσποίητη τόν πλησίον του, ἐλευθερώνεται γρήγορα ἀπό κάθε πάθος καί μετέχει στή θεία ἀγάπη καί γνώση.
28. Ἐκεῖνος πού ἔκανε κτῆμα του τή θεία ἀγάπη, δέν κουράζεται νά ἀκολουθεῖ συνέχεια τόν Κύριό του, ὅπως λέει ὁ θεῖος Ἱερεμίας, ἀλλά ὑπομένει μέ γενναιότητα κάθε κόπο, κακολογία καί ὕβρη, χωρίς νά σκέφτεται τό κακό πού τοῦ ἔκανε ὁποιοσδήποτε.
29. Ὅταν σέ προσβάλει κανένας ἤ σέ ἐξευτελίσει σέ κάτι, τότε φυλάξου ἀπό τούς λογισμούς τῆς ὀργῆς, μήπως μέ τή λύπη σέ χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη καί σέ μεταφέρουν στή χώρα τοῦ μίσους.
30. Ὅταν αἰσθανθεῖς πόνο ἐπειδή κάποιος σέ προσέβαλε ἤ σέ ντρόπιασε, νά ξέρεις ὅτι ὠφελήθηκες πολύ· μέ τό ντρόπιασμα βγῆκε ἀπό μέσα σου ἡ κενοδοξία.
31. Ὅπως ἡ μνήμη τῆς φωτιᾶς δέν ζεσταίνει τό σῶμα, ἔτσι πίστη χωρίς ἀγάπη δέν φέρνει στήν ψυχή τόν φωτισμό τῆς γνώσεως.
32. Ὅπως τό φῶς τοῦ ἥλιου ἑλκύει τό ὑγιές μάτι, ἔτσι καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ τραβᾶ φυσικῶς τόν καθαρό νοῦ στόν ἑαυτό της μέ τήν ἀγάπη. 33. Νοῦς καθαρός εἶναι ὁ νοῦς πού ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν ἄγνοια καί καταφωτίζεται ἀπό τό θεῖο φῶς.

ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν Νηπτικῶν, μτφρ. Ἀ. Γαλίτης, τόμ. Β΄ (3η ἔκδ., Θεσ/νίκη: Τό περιβόλι τῆς Παναγίας, 1991),


Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ο κύκλος του 99


"Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
– Ποιό είναι το μυστικό σου;
– Ποιό μυστικό Μεγαλειότατε;
– Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.
– Μα…δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
– Πως τολμάς να λες ψέμματα σ´εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.
– Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
– Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Ολο χαχαχού και αστεία είσαι.
– Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ´ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;
– Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες εχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
– Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
– Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
– Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;
– Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
– Έξω από που;
– Μα από τον κύκλο.
– Γι’ αυτό είναι ευτυχισμένος;
– Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής; Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο;
– Ακριβώς βασιλιά μου.
– Και πως βγήκε;
– Δεν μπήκε ποτέ.
– Βάλθηκες να με τρελλάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη;
– Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
– Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος;
– Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
– Δηλαδή τι θα κάνεις;
– Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
– Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις; είπε ο βασιλιάς κοροιδευτικά.
– Δεν θα χρειαστεί, βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.
– Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ´ευθείαν;
– Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
– Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ´όλα αυτά θα μπεί οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί;
– Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγεί από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Οσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
– Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε; Πότε ξεκινάμε;
– Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μήνυμα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυό φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Οταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μήνυμα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατακοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο.Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες.
Ηταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ενα βουνό από χρυσά φλουριά. Ενας θησαυρός. Όλος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του. Άρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πεντε, έξι…Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ…που είναι το τελευταίο; Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρεί το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει…Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακκούλι…Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα.Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε…κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!
Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά. Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενηντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά…συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας…συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα. Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ηταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του.Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακκούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
– Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί;
Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα.
– Θα βρώ και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε…άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου!
Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
– Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρεί να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυό τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.
Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.
– Ισως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Ετσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Ασε που μια και είναι τζάμπα, τό’ χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται; Μπαίνει η Ανοιξη. Ερχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω… Να πουλήσω… Πρέπει να γίνουν θυσίες. Άλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυό χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά… ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Οτι μας γιαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά…
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι.
Ο υπηρέτης είχε μπεί στον κύκλο του ενενήντα εννέα.
Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ενα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
– Μα καλά, τί έπαθες εσύ; ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
– Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;
– Μέρες έχω να σ´ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;
– Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου; Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους".


Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό του. Ανακάθησε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε:
– Βλέπεις Ντεμιάν, εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ´αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις.
– Γι αυτό, μάθαμε πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει… Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή…Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενηντα εννιά φλουριά μας είναι το 100% του θησαυρού; Οτι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενηντα εννιά; Οτι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας, για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο, κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι; Μια παγίδα για να μην σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι. Ετσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε. Προσοχή όμως Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι.

(Από το βιβλίο του Αργεντίνου ψυχοθεραπευτή Χόρχε Μπουκάι, «Να σου πω μια Ιστορία»)